Ριζικός εκδημοκρατισμός: Επιστροφή στις πηγές της λαϊκής κυριαρχίας - xidias.gr
157084
wp-singular,post-template-default,single,single-post,postid-157084,single-format-standard,wp-theme-bridge,wp-child-theme-bridge-child,bridge-core-3.3.3,qode-optimizer-1.2.2,qode-page-transition-enabled,ajax_fade,page_not_loaded,,qode-title-hidden,qode_grid_1300,qode-child-theme-ver-1.0.0,qode-theme-ver-30.8.7.1,qode-theme-bridge,qode_header_in_grid,wpb-js-composer js-comp-ver-8.4.1,vc_responsive

Ριζικός εκδημοκρατισμός: Επιστροφή στις πηγές της λαϊκής κυριαρχίας

1 Νοεμβρίου 2024 | Από Βασίλης Ξυδιᾶς | Κατηγορία: Φιλοσοφία & Πολιτική Θεωρία

Εισήγηση στο πρώτο συνέδριο για το Υπαρξιακό Πρόβλημα της Χώρας στην τροχιά του 21ου αιώνα (1η ημέρα, 2η θεματική συνεδρία «Το νέο πολιτικό καθεστώς και το ξερίζωμα της δημοκρατίας». Σάββατο 18 Μαΐου 2024). Δημοσιεύθηκε στον τόμο των πρακτικών του συνεδρίου, «Το Υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας στην τροχιά του 21ου αιώνα», Α/συνέχεια, Νοέμβριος 2024, σελ. 136-152.

Το θέμα της εισήγησής μου είναι ο εκδημοκρατισμός ως βασική πτυχή μιας στρατηγικής διεξόδου από το «υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας». Και επειδή είναι παρών δίπλα μου ο καθηγητής Γ. Κοντογιώργης, ο οποίος μας έχει εξηγήσει ότι δεν ζούμε ακόμα στην ιστορική εποχή της πραγματικής δημοκρατίας, ούτε καν στην εποχή της πλήρους αντιπροσώπευσης (βλ. π.χ. Κοντογιώργης 2007), οφείλω να διευκρινίσω ότι λέγοντας εκδημοκρατισμό εννοώ τον αγώνα για δημοκρατία· όχι δηλαδή ένα τελικό αποτέλεσμα, αλλά μια ‘κίνηση προς’ τη δημοκρατία· μια ‘κίνηση προς’ τη λαϊκή κυριαρχία.

Μπορεί επίσης να αναρωτηθεί κανείς γιατί ξεχωρίζω τη δημοκρατία από τη λαϊκή κυριαρχία. Προφανώς δεν μπορούμε να ανοίξουμε εδώ μια θεωρητική συζήτηση περί των εννοιών, αλλά είναι σαφές πως υπάρχουν διαφορετικές θεωρήσεις. Για πολλούς δημοκρατία και λαϊκή κυριαρχία ταυτίζονται. Υπάρχουν όμως άλλοι που τις διακρίνουν. Βλέπουν τη δημοκρατία σαν μια κατά το μάλλον ή ήττον περιγράψιμη κατάσταση, που έχει να κάνει με συγκεκριμένες δομές και διαδικασίες, ενώ η λαϊκή κυριαρχία έχει να κάνει με τον σκοπό, με την ουσία της δημοκρατίας. Τείνω προς αυτή τη δεύτερη προσέγγιση. Αν θα έπρεπε να δώσουμε έναν ορισμό θα έλεγα πως λαϊκή κυριαρχία είναι η άμεση ή έμμεση ανάδειξη της αυθεντικής λαϊκής θέλησης σε βασικό γνώμονα των πολιτικών αποφάσεων και της συλλογικής ζωής και πράξης. Και θα σημείωνα ότι για την εποχή μας, πιο σημαντική από την ‘αμεσότητα’ (π.χ. «άμεση δημοκρατία») είναι η ‘αυθεντικότητα’ της λαϊκής έκφρασης, ακόμα και αν αυτή εκδηλώνεται μέσω της αντιπροσώπευσης. Βέβαια, το να πει κανείς ποια ακριβώς είναι η αυθεντική λαϊκή θέληση, δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού δεν προσδιορίζεται με κριτήρια τυπικά και όρους περιγράψιμους. Παρ’ όλα αυτά έχω την εντύπωση πως είναι κατ’ εξοχήν αυτό το στοιχείο, η αυθεντικότητα δηλαδή της λαϊκής θέλησης, και όχι η τυπική λειτουργία των θεσμών, που μας επιτρέπει να διακρίνουμε πότε έχουμε και πότε δεν έχουμε λαϊκή κυριαρχία, πότε έχουμε και πότε δεν έχουμε πραγματική δημοκρατία. Οι Νεοέλληνες το γνωρίζουμε αυτό σαν λαός πολύ καλά, και από την καλή και από την κακή του πλευρά.

Λαϊκή κυριαρχία και Ελληνισμός

Από την κακή του πλευρά το ξέρουμε εξ αιτίας της ιστορικής εμπειρίας των δύο τελευταίων αιώνων, που κατά το μεγαλύτερο διάστημα χαρακτηρίζεται από την έλλειψη της λαϊκής κυριαρχίας. Όχι τόσο σαν απουσία τυπικής δημοκρατίας, αλλά κυρίως σαν μια γενικευμένη και βαθειά υποτίμηση του ελληνικού λαού από το πολιτικό σύστημα που υποτίθεται ότι τον εκπροσωπεί. Και αυτό, διότι όπως ελέχθη από προηγούμενους ομιλητές, το ελληνικό κράτος, ήδη από το 1830, υπήρξε σταθερά εχθρικό προς ό,τι ήταν ιστορικά ο Ελληνισμός. Και παρόλο που το ίδιο διεκδικεί για τον εαυτό του όχι μόνο την εκπροσώπηση των συγχρόνων Ελλήνων, αλλά και της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού, θα τολμούσα να πω πως η εικόνα που έχει περί Ελληνισμού, και κατ’ επέκταση η εικόνα που έχει επιβάλει και στους Έλληνες για τον εαυτό τους, δεν είναι πραγματικά ελληνική· είναι στην καλύτερη περίπτωση φιλελληνική, δανεισμένη από τον αγγλογαλλικό διαφωτισμό, τον γερμανικό ρομαντισμό, ή από κάποιο ανάλογο ευρωπαϊκό ρεύμα του 19ου αιώνα. Και παρά τον αρχικό ριζοσπαστισμό του φιλελληνισμού, αυτό που μας έμεινε στο τέλος είναι ένας «Ελληνισμός» κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της δυτικής υπεροψίας· το κερασάκι στην ηθική νομιμοποίηση της «πολιτισμένης» Δύσης τα χρόνια ανόδου της αποικιοκρατίας. Μιλάμε δηλαδή για μια νόθα εθνική συνείδηση, συνώνυμη της εξάρτησης και ξένη προς αυτό που είναι στ’ αλήθεια ο ελληνικός λαός. Γι’ αυτό και το πολιτικό σύστημα της χώρας, που είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση αυτού του εξωγενούς «Ελληνισμού», αισθάνεται άβολα και εχθρικά προς το ηθικό και πνευματικό DNA των Ελλήνων. Απ’ αυτή την εγγενή απέχθεια προς τον ελληνικό λαό προκύπτει και μια συγκεκριμένη πολιτική στάση, μια αποστροφή προς την ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας· όχι μόνο για τους συνήθεις ταξικούς λόγους, όχι δηλαδή για την προστασία των ιδιοτελών συμφερόντων της άρχουσας ολιγαρχίας και μόνο, αλλά και εξ αιτίας της ουσιώδους απαξίωσης του λαού αυτού καθεαυτού. Δηλαδή δεν πρόκειται απλώς για την πολιτική περιχαράκωση της οικονομικής του εκμετάλλευσης, αλλά για τη θεσμοποιημένη διαστροφή της υπαρξιακής του ταυτότητας, του εθνικού του χαρακτήρα, της ιστορικής του μοίρας.

Έχουμε λοιπόν έναν ξεκάθαρο «αρνητικό» λόγο να νοσταλγούμε τη λαϊκή κυριαρχία, αφού χωρίς αυτήν, χωρίς κάποια ελάχιστη δυνατότητα αυτοκυβέρνησης σε ένα υποτυπώδες, έστω, επίπεδο, οι Έλληνες χάνουμε το εθνικό έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μας. Ταυτόχρονα όμως έχουμε και έναν «θετικό» λόγο. Διότι παρά την έλλειψή της στη μακρά κλίμακα, υπάρχουν καταστάσεις και ιστορικές στιγμές που την έχουμε ζήσει σαν λαός· και δεν αναφέρομαι στο μακρύ παρελθόν, αλλά στα πιο πρόσφατα χρόνια. Την έχουμε δει κυρίως εκεί που το κράτος είτε από επιλογή, είτε από αδυναμία, απουσιάζει· ιδίως σε στιγμές που καταρρέει. Τρανό παράδειγμα είναι οι περιοχές που επικρατούσε το ΕΑΜ στα χρόνια της κατοχής. Εκεί, στις πιο δύσκολες συνθήκες, είδαμε να ανθίζει ο λαϊκός πολιτισμός και μαζί του να ανθίζουν θεσμοί λαϊκής αυτοδιοίκησης και αυτοοργάνωσης, βαθειά δημοκρατικοί· αντάρτικα και αναπάντεχα, σαν τον αμάραντο στα δύσβατα και στα λιθάρια. Έτσι κάπως ανθίζουν αυτοί οι λαϊκοί θεσμοί, όταν μαζί με τη χαλάρωση, την απουσία ή την κατάρρευση του κράτους χαλαρώνει ή ελλείπει πλήρως αυτός ο εξωγενής πολιτικός και θεσμικός νάρθηκας που έχει επιβληθεί στον ελληνικό λαό.

Υπάρχουν όμως και πιο λιτές περιπτώσεις λαϊκής κυριαρχίας, σε πιο υποτυπώδη επίπεδα· στις οποίες δεν δίνουμε την αξία που θα έπρεπε, αν και είναι μέρος της ζωής μας. Ένα πρόσφατο τέτοιο παράδειγμα ήταν η συλλογική αντίδραση των κατοίκων της Εύβοιας στις πυρκαγιές που τους έπληξαν το καλοκαίρι του 2021 (βλ. π.χ. Ξυδιάς 2021α). Αλλά έχω κατά νου κάτι ακόμα πιο ταπεινό· τη δική μου προσωπική εμπειρία από τα καλοκαίρια των εφηβικών και νεανικών μου χρόνων στο εξοχικό μας σπίτι στην Κινέτα. Φαντάζομαι θα έχετε και εσείς ανάλογες εμπειρίες. Εκεί λοιπόν, που ήταν πλήρης η απουσία της οργανωμένης πολιτείας – μιλώ για λίγο πριν και λίγο μετά το ’70 – συνάχθηκαν οι άνθρωποι για να αντιμετωπίσουν τα πρωτογενή ζητήματα οργάνωσης της ζωής τους· και έστησαν με τρόπο εντελώς αυθόρμητο και αυτονόητο, χωρίς καν να το πολυσκεφτούν, μια ζωντανή τοπική κοινότητα.

Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να ξαναδώ όλη αυτή την εμπειρία υπό το φως της κλασικής πολιτικής σκέψης – έχοντας πλέον διαβάσει Αριστοτέλη, και Κοντογιώργη, και άλλους – και να συνειδητοποιήσω ότι αυτό που είχαμε ζήσει τότε σαν οικογένειες, σαν παρέες φίλων, ήταν κάποια μικρά βλασταράκια εκείνων των θεσμών και διαδικασιών που, αν πιστέψουμε τον Διον. Σαββόπουλο, ανάγονται στην αρχαία πόλη είτε στις παραδοσιακές κοινότητες της τουρκοκρατίας. Και παρά τις πολύ μεγάλες διαφορές, πιστεύω ότι υπάρχει πράγματι ένα κοινό νήμα που συνδέει την αντιστασιακή εμπειρία του ΕΑΜ με τους παραθεριστές του ’60 και τους λαϊκούς πυροσβέστες της Εύβοιας. Είναι ένας υβριδικός κοινοτισμός, που δεν εκδηλώνεται βέβαια σαν οργανωτικό αντίγραφο των αρχαίων προτύπων, αλλά μέσω μιας ποικιλίας σύγχρονων καταστάσεων, που μέσα στην άπειρη ποικιλομορφία τους εμφορούνται από το ίδιο κοινό πνεύμα, εκφράζουν κάτι από το ίδιο κοινό ήθος. Έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα – ενδεχομένως αυθαίρετο και υποκειμενικό, αλλά πάρτε το αν θέλετε σαν υπόθεση εργασίας – ότι για μας τους Έλληνες η λαϊκή κυριαρχία δεν είναι τόσο απρόσιτη υπόθεση. Προϋποθέτει απλώς την απαγκίστρωσή μας – αφ’ ενός μεν πρακτική, αφ’ ετέρου δε ψυχική, ιδεολογική, πνευματική – απ’ αυτόν τον νάρθηκα των κρατικών, των έξωθεν επιβεβλημένων θεσμών.

Δεν θέλω με τα παραπάνω να αφήσω την εντύπωση πως είμαι οπαδός ενός απόλυτου πολιτικού ή πολιτιστικού διπολισμού· ότι υποστηρίζω ένα πολωτικό δίλημμα ανάμεσα στις κρατικές δομές και τους πρωτογενείς αυθόρμητους θεσμούς που προκύπτουν – εάν και όποτε προκύπτουν – μέσα από την κοινωνία. Η επίλυση του πολιτικού προβλήματος της δημοκρατίας είναι ασφαλώς πολύ πιο δύσκολο ζήτημα από τις δικές μου εδώ απλοϊκές περιγραφές. Και σε ό,τι με αφορά, θέλω να πιστεύω πως βρίσκομαι μακρυά από κάθε απλουστευτική και εξιδανικευτική αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού. Πιστεύω σε μια σύνθετη στρατηγική, που θα περιλαμβάνει συνδυαστικά και τους δύο πόλους: τον εκδημοκρατισμό των υφιστάμενων κρατικών πολιτικών θεσμών από τη μια, μαζί με την ανάδειξη νέων εναλλακτικών θεσμών κοινωνικής αυτοοργάνωσης από την άλλη. Θα επιστρέψουμε σε αυτό στο τέλος της εισήγησης.

Η λαϊκή κυριαρχία ως ζήτημα οικουμενικής εμβέλειας

Επίσης δεν θέλω να υποστηρίξω σε καμία περίπτωση ότι η ελπίδα στη δημοκρατία και στη λαϊκή κυριαρχία είναι υπόθεση αμιγώς ελληνική. Κάθε άλλο! Αν υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στη δική μας περίπτωση είναι τούτο: ότι βήματα ριζικού εκδημοκρατισμού του πολιτικού και θεσμικού πλαισίου της χώρας μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσουν ως μικρότερα ή μεγαλύτερα ρήγματα στον πολιτικό και θεσμικό νάρθηκα που καταπνίγει την εγγενή κοινοτική δυναμική του ελληνικού λαού. Και υπό την έννοια αυτή η πορεία προς τη δημοκρατία μπορεί κατά κάποιο τρόπο να συμπίπτει με την επανενεργοποίηση ενός σύγχρονου ελληνικού κοινοτισμού. Κατά τα άλλα η δημοκρατία είναι χωρίς αμφιβολία ένα οικουμενικό αίτημα. Πιστεύω μάλιστα ότι αν ο σοσιαλισμός και το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης ήταν τα ζητήματα που καθόρισαν την ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση σε παγκόσμια κλίμακα τον 20ο αιώνα, η δημοκρατία και η λαϊκή κυριαρχία είναι ένα από δύο ή τρία κεντρικά ζητήματα που θα καθορίσουν την ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση, επίσης σε παγκόσμια κλίμακα, ολόκληρο τον 21ο αιώνα.

Το είδαμε στις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα με την Αραβική Άνοιξη και τα κινήματα των Αγανακτισμένων. Αυτή τη στιγμή το βλέπουμε από την ανάποδη. Ζούμε σε εποχή φοβερών ανακατατάξεων, όπου τιτάνιες δυνάμεις συγκρούονται. Και το ερώτημα που μένει εκκρεμές πάνω από την παγκόσμια σκακιέρα είναι τούτο: πέρα από τους γεωπολιτικούς ελέφαντες (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, ακόμα και Ινδία), τι ρόλο παίζουν οι λαοί; Παίζουν κάποιο ρόλο; Υπάρχει μέσα απ’ όλη αυτή τη σύγκρουση κάποια προοπτική για τη δημοκρατία ή όχι; Αν δεν απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, και μάλιστα με τρόπο θετικό, όλα όσα συζητάμε εδώ από την άποψη της εθνικής κυριαρχίας θα καταλήξουν – φοβάμαι – να είναι υπόθεση της ακροδεξιάς. Γιατί αν το παιχνίδι κρίνεται στο πεδίο της γυμνής ισχύος και μόνο, τότε αυτό είναι το δικό της προνομιακό γήπεδο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα πρέπει κανείς να σιωπά για τα εθνικά ζητήματα και για τη διεθνή πολιτική. Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι χωρίς ζωντανή λαϊκή παρουσία, χωρίς την ενεργό συμμετοχή του λαού – πρώτα απ’ όλα στα πράγματα που τον αφορούν άμεσα και κατ’ επέκταση στο σύνολο της πολιτικής ζωής – τότε όλα όσα συζητάμε εδώ θα κληθεί να τα λύσει μια ισχυρή προσωπικότητα ως εκπρόσωπος ανεξέλεγκτων μηχανισμών ισχύος: ένας Τραμπ, ή έστω ένας Πούτιν. Αυτό είναι ένα ζήτημα παγκόσμιας κλίμακας, πολύ κρίσιμο όχι μόνο για την αριστερά, αλλά για οποιονδήποτε θέλει να μιλάει στο όνομα της δημοκρατίας.

Και ενώ λέμε αυτά, την ίδια ώρα βλέπουμε ότι η ανθρωπότητα, σχεδόν στο σύνολό της, έχει ήδη περάσει στην εποχή της λεγόμενης «μεταδημοκρατίας». Ειδικά εμείς εδώ στον δυτικό κόσμο ζούμε την αποψίλωση όλων των δημοκρατικών κατακτήσεων των δύο τελευταίων αιώνων. Το περιέγραψε πολύ εύστοχα ο πρώτος ομιλητής της συνεδρίας μας, ο Δημ. Καλτσώνης, και γι’ αυτό δεν θα επιμείνω περισσότερο. Υπάρχει άλλωστε μεγάλη βιβλιογραφία (βλ. π.χ. Crouch 2006, και Καλτσώνης 2016, 2021, 2022). Απλώς θα προσθέσω ότι αυτή η σύγχρονη ακύρωση της δημοκρατίας, ταυτίζεται κατ’ εξοχήν με την απαξίωση του λαού σε παγκόσμια κλίματα. Είναι ιστορική ειρωνεία, αλλά ενώ μέχρι τώρα η «πολιτισμένη» Δύση αξίωνε να επιβάλλεται στους «απολίτιστους» λαούς των αποικιών χάρη στην πνευματική συγγένειά της με την «πηγή του πολιτισμού», τους αρχαίους Έλληνες, τώρα οι δυτικές ελίτ αξιώνουν να επιβάλλονται σε όλους του λαούς όλου του κόσμου (δυτικούς και ανατολικούς, βόρειους και νότιους), κατηγορώντας τους για τις ίδιες αδυναμίες που υποτίθεται πως έχουμε οι σύγχρονοι Έλληνες: δεν αντιλαμβανόμαστε το κοινό καλό, δεν μπορούμε να σκεφτούμε λογικά, αγόμαστε και φερόμαστε συναισθηματικά κλπ κλπ. Γι’ αυτό όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλον τον κόσμο, πρέπει να υπάρχει μια φωτισμένη ελίτ που να επιβάλλει το κοινό όφελος, αλλά και την καντιανή ηθική (ωφελιμισμός και δεοντοκρατία μαζί, δύο σε ένα). Ακούσαμε πρόσφατα, με αφορμή τους ομόφυλους γάμους, ότι ο λαός δεν μπορεί να έχει κρίση για θέματα που αφορούν τα ατομικά δικαιώματα, και άρα δεν νοείται δημοψήφισμα γι’ αυτά τα πράγματα. Συμπέρασμα: Ούτε για τα εθνικά, ούτε για τα δημοσιονομικά, ούτε για τα δικαιώματα, υποθέτω ούτε καν για τα σκουπίδια, για τίποτα δεν πρέπει να γίνεται δημοψήφισμα. Διότι για όλα τα θέματα ο λαός ούτε γνωρίζει, ούτε μπορεί να κρίνει σωστά.

Υπάρχει ένα πολύ ωραίο ντοκιμαντέρ, «Ο αιώνας του εαυτού» («The century of the self», παραγωγή BBC 2002), που εξηγεί πολύ παραστατικά πώς, μέσα από μια πορεία που ξεκινά αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και διατρέχει όλον τον 20ο αιώνα, χτίστηκε αυτή η ιδέα μιας δημοκρατίας χωρίς λαό· μιας δημοκρατίας της οποίας το ζητούμενο είναι η επίτευξη των ατομικών επιθυμιών των ανθρώπων (βλ. και Ξυδιάς 2017). Και έτσι βλέπουμε κατάπληκτοι πως ο σύγχρονος φιλελευθερισμός – δεν αναφέρομαι μόνο στον δεξιό οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, αλλά και στον κεντροαριστερό πολιτικό και κοινωνικό φιλελευθερισμό – δεν έχει πλέον ιδιαίτερη ανάγκη τη δημοκρατία υπό την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας. Και από μια άποψη δεν έχει άδικο. Διότι πράγματι, είναι άλλο η διασφάλιση των ιδιωτικών δικαιωμάτων του καθενός, και άλλο η δημοκρατία σαν δυνατότητα του λαού να συμμετέχει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο πολίτευμα. Το πρώτο, που είναι η ουσία του φιλελευθερισμού, μπορεί να είναι απαραίτητο σε μια δημοκρατία, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτήν, ούτε την εξαντλεί. Μπορεί μάλιστα να φτάσουμε στο σημείο – και φοβάμαι ότι εκεί πράγματι θα καταλήξουμε – όπου μια «πεφωτισμένη» δικτατορία θα είναι αυτή που θα εγγυάται δικαιώματα αντίστοιχα με το πνεύμα που είδαμε στην τελευταία Eurovision. Πρόκειται για μια παγίδα, στην οποία εκτός από τους κανονικούς φιλελεύθερους και νεοφιλελεύθερους, είναι έτοιμη να πέσει – ή μάλλον έχει ήδη πέσει – και η αριστερά. Όχι μόνο η φιλελεύθερη δικαιωματιστική αριστερά της πολιτικής ορθότητας, αλλά και η κλασική, ταξική αριστερά.

Για να μην λέω θεωρίες θα ανατρέξω και πάλι στη δική μου προσωπική εμπειρία, από τη συμμετοχή μου το καλοκαίρι του 2013 σε μια ομάδα εργασίας που είχε συστήσει ο ΣΥΡΙΖΑ για να επεξεργαστεί τις προτάσεις του για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Συμμετείχα τότε σε αυτή την επιτροπή όχι ως μέλος του κόμματος, αλλά ως εκπρόσωπος μιας κίνησης πολιτών, της Πρωτοβουλίας για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή, που είχε συσταθεί τέλη 2011, αρχές 2012, με στόχο τον θεσμικό εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος, τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σαν την αιχμή μιας Νέας Μεταπολίτευσης ενάντια στο υφιστάμενο πολιτικό σύστημα. Και όπως μαρτυρεί ο τίτλος της κίνησης, το βλέπαμε αυτό να περνά μέσα από μια ριζική συνταγματική αλλαγή, που με δεδομένον τον λαϊκό ριζοσπαστισμό εκείνων των χρόνων νομίζαμε πως ήταν πολιτικά εφικτή (βλ. Ξυδιάς 2013, 2014, Λυντέρης 2016). Ως εκπρόσωπος λοιπόν αυτής της κίνησης υπέβαλα προς τα λοιπά μέλη της επιτροπής ορισμένες προτάσεις δημοκρατικών αλλαγών στο σύνταγμά μας. Και πρέπει να σας πω ότι η πιο σκληρή αντίδραση στις προτάσεις αυτές – στην ιδέα δηλαδή να εισαχθούν στο σύνταγμα θεσμοί δημοκρατικού ελέγχου και ενίσχυσης της λαϊκής συμμετοχής – προερχόταν από τους πιο αριστερούς της παρέας. Βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι μιλάμε για «αστική δημοκρατία» σε εποχή καπιταλισμού, και επομένως δεν μπορεί να τίθεται πραγματικά θέμα ουσιαστικού εκδημοκρατισμού ή ουσιαστικής ενίσχυσης του θεσμικού ρόλου του πολίτη. Με τον τρόπο αυτό άφηναν το πεδίο του πολιτεύματος και των πολιτικών θεσμών απολύτως ξέφραγο, στο έλεος του εκάστοτε πολιτικού συστήματος. Το περισσότερο που μπορούσαν να φανταστούν ως δημοκρατική διεκδίκηση ήταν ακριβώς αυτό που είπα πριν: τη διασφάλιση κάποιων ατομικών ή συλλογικών δικαιωμάτων. Και επειδή από την άποψη αυτή το ελληνικό σύνταγμα θεωρείται στον χώρο των συνταγματολόγων από τα πιο δημοκρατικά στον κόσμο, γι’ αυτό δεν ήθελαν να το πειράξουμε. Με δυο λόγια η υπεραριστερή, δήθεν ταξική αντιμετώπιση του ζητήματος της δημοκρατίας μάς έφερε από το παράθυρο ή από την πίσω πόρτα τη λογική του φιλελευθερισμού και των ατομικών δικαιωμάτων. Αν τώρα σε αυτό προσθέσουμε και την αριστερά του καθαρού δικαιωματισμού και της woke κουλτούρας καταλαβαίνετε ότι βρισκόμαστε μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης.

Άμυνα ή επίθεση; Υπεράσπιση των κεκτημένων ή διεκδίκηση νέων κατακτήσεων;

Μπορεί, βέβαια, να πει κανείς ότι από εκείνη την εποχή που εμείς κάναμε σχέδια για ριζική συνταγματική αλλαγή κλπ, έχουν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια. Και ότι από τότε έχει μεσολαβήσει μια στρατηγική ήττα του αντιμνημονιακού κινήματος· ο ριζοσπαστισμός των Αγανακτισμένων είναι μακρινό παρελθόν· ο λαός βρίσκεται σε φάση πολιτικής καθίζησης· και όπως είπαμε, οι δημοκρατικές κατακτήσεις αίρονται η μία μετά την άλλη, στην Ελλάδα και διεθνώς. Επομένως τι νόημα έχει να μιλάμε για ‘εκδημοκρατισμό’ και μάλιστα ‘ριζικό’; Πού βασίζονται οι φιλοδοξίες για περισσότερη δημοκρατία; Δεν είναι προφανές πως το ζητούμενο είναι η άμυνα; Σε τι περισσότερο μπορούμε να ελπίζουμε πέρα από την υπεράσπιση των κεκτημένων;

Η απάντηση σε αυτή την εκ πρώτης όψεως εύλογη ένσταση απαιτεί να ξανασκεφτούμε τη σχέση στρατηγικής και τακτικής, όπως και τη σχέση άμυνας και επίθεσης, μέσα στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Διότι πράγματι, το πολιτικό σύστημα κατάφερε να διαλύσει το αντιμνημονιακό κίνημα και ξεπέρασε τον κίνδυνο άμεσης πολιτικής κατάρρευσης που αντιμετώπιζε πριν από δέκα-δεκαπέντε χρόνια· και τώρα δείχνει πολιτικά πανίσχυρο και ικανό να κάνει σοβαρά βήματα προς τη μεταδημοκρατία για την οποία κάναμε λόγο. Και τα ανάλογα συμβαίνουν και στο διεθνές επίπεδο. Όσο αλήθεια όμως είναι αυτά, εξίσου αλήθεια είναι πως ούτε το δικό μας, ούτε το διεθνές πολιτικό σύστημα έχει πραγματικά ξεπεράσει τη βαθύτερη κρίση του. Μπορεί οι κυρίαρχες ελίτ να είναι πλέον πολιτικά ισχυροποιημένες απέναντι στους λαούς τους· όμως το έδαφος στο οποίο πατάνε συνεχίζει να τρέμει. Αφ’ ενός το διαρκές βάθεμα των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, αφ’ ετέρου η εντεινόμενη γεωπολιτική αναστάτωση σε παγκόσμιο επίπεδο, δείχνουν ότι η παγκόσμια ταραχή θα αυξάνει, και στο βάθος της βρίσκεται η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού και της δυτικής παντοκρατορίας.

Έτσι λοιπόν, αν το καλοπροσέξουμε, θα δούμε πως η πολιτική επιβολή των κυρίαρχων ελίτ – και στη χώρα μας, αλλά και στο σύνολο του δυτικού κόσμου – δεν βασίζεται τόσο στην ισχύ τους, όσο στην απελπισία τους· σε μια βαθειά, υπαρξιακή απελπισία, που τους επιτρέπει να γίνονται αδίστακτες και να μετέρχονται κάθε μέσον προκειμένου να μη χάσουν την κυριαρχική τους θέση. Και έχουν επιπλέον τους τρόπους να μεταβιβάζουν αυτήν την απελπισία στους λαούς τους· στους λαούς των δυτικών κοινωνιών, οι οποίοι, μη βλέποντας εναλλακτική λύση, εγκλωβισμένοι στη διελκυστίνδα της παγκόσμιας ανακατανομής πλούτου και ισχύος, δεν βρίσκουν άλλη εναλλακτική από το να συμμεριστούν την απελπισία των κυρίαρχων τάξεών τους. Εκεί βρίσκεται το μυστικό της επιτυχίας των μεν και της αποτυχίας των δε. Το είδαμε αυτό πολύ καθαρά τη δεκαπενταετία που μας πέρασε. Από την ήττα του ριζοσπαστισμού στον Δυτικό και τον Αραβικό κόσμο, μέχρι τις παλινδρομήσεις των αριστερών κινημάτων και κυβερνήσεων στη Λατινική Αμερική, ο κοινός παρανομαστής είναι η αδυναμία του λαϊκού ριζοσπαστισμού να υπερβεί την αντίσταση που γεννά η απόγνωση και η απελπισία· να κινηθεί με ένα θετικό εναλλακτικό όραμα προς το μέλλον. Θέλω να πιστεύω πως υπάρχουν στη Λατινική Αμερική οι εξαιρέσεις που το παλεύουν, αλλά ο κανόνας φοβάμαι πως είναι αυτός που περιγράφω. Λείπουν προτάσεις εναλλακτικής διακυβέρνησης, εφαρμόσιμες στις κατά περίπτωση συνθήκες, και λείπουν και τα ανάλογα εγχειρήματα· λείπει μια εξειδικευμένη όσο και πειστική στρατηγική ιστορικής διεξόδου από την κρίση του καπιταλισμού.

Επομένως, ανεξάρτητα από τα πολιτικά σκαμπανεβάσματα, από τις επιμέρους νίκες ή ήττες – ακόμα και αν αυτές φαίνονται στρατηγικού χαρακτήρα στην κλίμακα μιας δεκαετίας ή εικοσαετίας – ο παράγοντας που ορίζει το ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο όλων των αναμετρήσεων είναι η υπαρξιακή κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Άλλωστε και η δική μας υπαρξιακή κρίση – αυτό που εμείς εδώ ονομάζουμε «υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας» – πέρα από τις ιδιάζουσες πλευρές και αιτίες της, είναι μέρος αυτής ακριβώς της υπαρξιακής κρίσης του καπιταλισμού και της δυτικής κυριαρχίας παγκοσμίως· αυτό ζούμε. Πάνω σε αυτό το κλυδωνιζόμενο και ολισθηρό έδαφος, που πρυτανεύει ο κίνδυνος της γενικής κατάρρευσης και της γενικευμένης απελπισίας, δεν μπορεί να σταθεί ούτε επίθεση, αλλά ούτε και άμυνα, αν δεν περιβάλλεται από έναν στρατηγικό ορίζοντα θετικών απαντήσεων στα κρίσιμα ερωτήματα. Και το ζήτημα δεν είναι τόσο η πρακτική αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων εναλλακτικών λύσεων· είναι πολύ περισσότερο το κατά πόσον κάνουν ιστορικά απτές τις αξίες για τις οποίες καλείται ο λαός να αγωνιστεί. Οι μάχες κερδίζονται με όρους ισχύος και χάρη στην ευφυΐα των στρατηγών· οι πόλεμοι κερδίζονται χάρη στην έμπνευση και την αντοχή των στρατευμάτων. Γι’ αυτό δεν μπορεί να υπάρξει καμία σοβαρή κίνηση άμυνας, υπεράσπισης έστω και των στοιχειωδών πραγμάτων του παρελθόντος, αν δεν εκβάλλει σε έναν ιδεολογικό, ηθικό, πνευματικό ορίζοντα μέλλοντος. Χωρίς μια τέτοια θετική πρόταση για το μέλλον, δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε οτιδήποτε μικρό του παρόντος. Πολύ περισσότερο αν ήδη βαραίνει επάνω μας μια ήττα σαν κι αυτή που υποστήκαμε την περασμένη δεκαετία.

Στο ίδιο συμπέρασμα μπορούμε να καταλήξουμε και με αμιγώς στρατηγικούς όρους. Εάν, όπως συμφωνήσαμε, βρισκόμαστε σε φάση ήττας και στρατηγικής υποχώρησης, ή μάλλον διάλυσης, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι ούτε η επίθεση, ούτε η άμυνα· είναι η ανασύνταξη. Όμως η ανασύνταξη είναι κατ’ εξοχήν επιθετική υπόθεση. Και δεν μπορεί να γίνει μόνο με αμυντικές τακτικές. Απαιτεί έστω λίγες, αλλά καθοριστικές επιθετικές αιχμές, ακόμα και από την άποψη της τακτικής. Αυτές οι επιθετικές αιχμές προϋποθέτουν ένα πλαίσιο στρατηγικής για τη διέξοδο της χώρας από όλο το φαύλο πλαίσιο που την πνίγει.

Εννοείται ότι στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε το στρατηγικό αυτό πλαίσιο δεν θα μπορούσε και δεν θα έπρεπε να πάρει τη μορφή μιας έτοιμης πλατφόρμας, ενός διαμορφωμένου πολιτικού προγράμματος. Μπορεί όμως να είναι μια ανοικτή συζήτηση γύρω από κάποιους βασικούς άξονες. Με αυτή ακριβώς της λογική, σαν συνεισφορά σε αυτή τη συζήτηση, έτσι αντιλαμβάνομαι και αυτήν εδώ την εισήγηση σε σχέση με τον άξονα της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας. Και βέβαια, εννοείται πως ο άξονας αυτός δεν είναι ο μόνος. Οφείλουμε να κάνουμε μια αντίστοιχη συζήτηση για οτιδήποτε συνιστά κεντρικό ζήτημα για την υπέρβαση του υπαρξιακού προβλήματος της χώρας. Παράδειγμα η οικονομία· υπήρξαν στη θεματική συνεδρία αξιόλογες εισηγήσεις για τα οικονομικά, έλειπε όμως μια συζήτηση για τη στρατηγική, όπως θα ήταν π.χ. μια εισήγηση για την παραγωγική ανασυγκρότηση. Το ίδιο ισχύει για τα ζητήματα της εθνικής πολιτικής. Χωρίς μια ευρύτερη περιφερειακή στρατηγική ειρήνης και ουδετερότητας, που να υπερβαίνει το «να μη μας φάνε οι Τούρκοι», και να απευθύνεται στο σύνολο των λαών των Βαλκανίων, της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική υπεράσπιση των εθνικών μας δικαίων. Ομοίως για την υγεία και την παιδεία, την ενέργεια και τις υποδομές, την κρατική διοίκηση και την αυτοοργάνωση της κοινωνίας. Για όλα αυτά πρέπει, όπως είπα, να υπάρχει εναλλακτικό όραμα που να πηγαίνει πέρα από την άμυνα, έστω και αν αυτό που πρέπει να κάνουμε αυτή τη στιγμή είναι άμυνα.

Οι δύο πόλοι μιας δημοκρατικής στρατηγικής

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα του εκδημοκρατισμού. Όπως προανέφερα, τον αντιλαμβάνομαι όχι σαν ένα τελικό αποτέλεσμα, αλλά σαν αγώνα για τη δημοκρατία, σαν μια ριζοσπαστική ‘κίνηση προς’ τη λαϊκή κυριαρχία. Μια κίνηση, που περιλαμβάνει συνδυαστικά δύο παράλληλους πόλους: ο ένας είναι ο εκδημοκρατισμός του συστήματος των υφιστάμενων πολιτικών θεσμών, ο άλλος είναι η ανάδειξη νέων εναλλακτικών θεσμών κοινωνικής αυτοοργάνωσης. Θα προσπαθήσω να δώσω κάποια παραδείγματα, χωρίς να λαμβάνω υπ’ όψη τον βαθμό ωριμότητας που απαιτείται για το καθένα απ’ αυτά, απλά και μόνο για να γίνει σαφέστερη η λογική του πράγματος.

Ξεκινάμε με τον πρώτο πόλο· την πολιτική εκδημοκρατισμού των υφιστάμενων πολιτειακών θεσμών. Μια τέτοια πολιτική θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να έχει δύο ειδικότερους στόχους: (α) την ενίσχυση της θέσης των πολιτών στη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων, (β) την ενδυνάμωση του ελέγχου και τη θέσπιση ορίων στην αυθαιρεσία των πολιτικά και κοινωνικά ισχυρών.

Βασικές μεταρρυθμίσεις σε αυτή τη λογική:

  • Δημοψηφίσματα πρωτοβουλίας πολιτών. Δεν επεκτείνομαι· υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, από την οποία θα πρότεινα ενδεικτικά κάποια άρθρα, διακηρύξεις και συζητήσεις κινηματικού χαρακτήρα (βλ. π.χ. Βουρλής 2016, Λυντέρης & Στεφανάκος 2020, ιστοσελίδες των Κινήσεων «Δημοκρατία και Δημοψήφισμα» και «Δημοψηφίσματα Πρωτοβουλίας Πολιτών»).
  • Παρόμοιας λογικής, αλλά με πιο περιορισμένη δυναμική, είναι ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, που δίνει τη δυνατότητα σε έναν αριθμό πολιτών να υποβάλουν προτάσεις νόμου στο κοινοβούλιο. Ο θεσμός αυτός εισήχθη στο ελληνικό Σύνταγμα στην αναθεώρηση του 2019, σε μια πολύ αδύναμη μορφή του και με πολλούς περιορισμούς, το βασικότερο όμως πρόβλημα είναι ότι μένει προς το παρόν ανενεργός, γιατί δεν έχει υπάρξει ο απαιτούμενος εφαρμοστικός νόμος (βλ. π.χ. Λυντέρης 2022, Λυντέρης & Νεγρεπόντη-Δελιβάνη 2022).
  • Ριζική διάκριση των εξουσιών. Στην πιο ολοκληρωμένη του μορφή το αίτημα αυτό προϋποθέτει αλλαγή πολιτεύματος σε Προεδρική Δημοκρατία (βλ. π.χ. Λυγερός 2021). Κατ’ εμέ το πρότυπο θα ήταν το προεδρικό σύστημα των ΗΠΑ ή της Κύπρου, και όχι της Γαλλίας, που είναι άλλη περίπτωση· αλλά ας μην επεκταθώ ούτε και σε αυτό. Μια πιο περιορισμένη, αλλά καθόλου ασήμαντη εκδοχή του ίδιου αιτήματος, θα ήταν η θεσμική κατοχύρωση της πλήρους ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης (βλ. π.χ. Λυγερός ).

 

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και πολλές άλλες τέτοιες προτάσεις. Π.χ. γενίκευση και ουσιαστικοποίηση της ανακλητότητας σε όλα τα επίπεδα, εισαγωγή της κλήρωσης αντί της ψηφοφορίας, ενίσχυση θεσμών και διαδικασιών κοινωνικού ελέγχου, ιδίως στα μέσα επικοινωνίας και στα κόμματα, δημιουργία σταθερών δημοσκοπικών σωμάτων λαϊκής αντιπροσώπευσης, όπως ο «Δημοσκοπικός Δήμος» (βλ. Κοντογιώργης 2019), περιφερειακή αποκέντρωση κλπ κλπ. Περισσότερες τέτοιες ιδέες, αναλύσεις και παραδείγματα από την παγκόσμια εμπειρία, μπορεί κανείς να βρει στην ιστοσελίδα της πολιτικής κίνησης «Φίλοι της Δημοκρατίας» (συστάθηκε πέρυσι, το καλοκαίρι του 2023, με τη συνεργασία πολιτικών ομάδων και άλλων μεμονωμένων αγωνιστών που δραστηριοποιούνται στον χώρο αυτό από τα τέλη του 2011).

Ξέρω πως για όλα αυτά που προτείνω υπάρχουν αντεπιχειρήματα. Για παράδειγμα, λέει ο καθηγητής Γ. Κοντογιώργης ότι τα δημοψηφίσματα είναι κατ’ ουσίαν ολιγαρχικός θεσμός, προνομιακό πεδίο γι’ αυτούς που ελέγχουν τα μέσα επικοινωνίας και μπορούν να παραπλανούν τον λαό (Κοντογιώργης 2015). Δεν θα μπω εδώ σε μια γενική θεωρητική συζήτηση, ούτε θα επικαλεστώ την Ελβετία ή ανάλογα παραδείγματα από τη διεθνή εμπειρία. (Πολύ κατατοπιστικό από την άποψη αυτή είναι το βιβλίο Let the People Rule του J. G. Matsusaka, που δυστυχώς δεν υπάρχει στα ελληνικά). Θα σας καλέσω απλώς να αναλογιστούμε πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα στη χώρα μας αν το καλοκαίρι του 2011 υπήρχε η δυνατότητα να προκληθεί υποχρεωτικό δημοψήφισμα με πρωτοβουλία πολιτών, ακόμα και αν απαιτούντο γι’ αυτό ένα εκατομμύριο υπογραφές. Ή να αναλογιστούμε πώς ψήφισε το εκλογικό σώμα στο δημοψήφισμα του 2015, παρά τη φοβερή προπαγάνδα και τις απειλές που υπέστη. Θέλω να πω πως το ζήτημα δεν είναι οι κίνδυνοι και τα πιθανά ενδεχόμενα αφομοίωσης και παραπλάνησης. Το ζήτημα είναι ότι μπροστά στις ακραίες και πολωμένες καταστάσεις που ζούμε από το 2010 και μετά, και που σίγουρα θα ξαναζήσουμε στα χρόνια που έρχονται, τέτοιοι θεσμοί μπορεί πραγματικά να λειτουργήσουν σαν θεσμικοί δίοδοι για την αυθεντική έκφραση της λαϊκής θέλησης.

Με την ίδια εμπειρική λογική θα σας πρότεινα να δούμε τη σημασία που μπορεί να έχει η διάκριση των εξουσιών για τη χώρα μας. Το ζήτημα δεν είναι αν γενικώς και αορίστως το σύστημα μπορεί να βρίσκει τρόπους να παρακάμπτει κάθε θεσμικό εμπόδιο. Προφανώς θα συμβαίνει αυτό, και το ξέρουμε ήδη από τη διεθνή εμπειρία, στις ΗΠΑ και αλλού. Και δεν θα επικαλεστώ τα ανάποδα παραδείγματα, που επίσης μας προσφέρει η διεθνής εμπειρία. Θα σας καλούσα όμως να εστιάσουμε στη δική μας χώρα, την Ελλάδα, και στην εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών, όπου εύκολα θα διαπιστώσουμε πως η συνταγματικά κατοχυρωμένη μονοκρατορία της εκτελεστικής εξουσίας – που καταλήγει στην παντοδυναμία ενός και μόνο προσώπου, του πρωθυπουργού – αποτελεί ένα πολύ κρίσιμο στοιχείο για την «ομαλή λειτουργία» του πολιτικού μας συστήματος· δηλαδή για την ανεμπόδιστη διαπλοκή του με την οικονομική ολιγαρχία, χωρίς τον παραμικρό ενοχλητικό έλεγχο. Στην ουσία το πρωθυπουργοκεντρικό μας πολίτευμα, μετά και τις αναθεωρήσεις του ΠΑΣΟΚ, δεν είναι παρά μια εκλεγόμενη απολυταρχική μοναρχία. Όπου όποιος ελέγχει δύο και μόνο πρόσωπα – τον πρωθυπουργό και τον εν δυνάμει μελλοντικό πρωθυπουργό, δηλαδή τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης – αυτός ελέγχει χωρίς κανένα εμπόδιο όλη τη χώρα. Σε αυτό το καθεστώς έχουν εκπαιδευτεί να λειτουργούν εδώ και αρκετές δεκαετίες οι πολιτικές και οικονομικές μας ελίτ, και έχω την εντύπωση πως οτιδήποτε άλλο, όχι ότι δεν θα έβρισκαν τρόπους να το αντιμετωπίσουν, αλλά πάντως θα τους προκαλούσε μεγάλους μπελάδες. Ένα μόνο θα σας πω. Σκεφτείτε ποια θα μπορούσε να ήταν η σύνθεση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ μετά τον Σεπτέμβριο του 2015 αν ο αρχηγός του κόμματος δεν είχε τη συνταγματικά κατοχυρωμένη δυνατότητα να ορίζει αυτός τη λίστα με τους υποψήφιους βουλευτές και τη σειρά εκλογιμότητάς τους. Και θα μπορούσε κανείς να ανατρέξει σε μια σειρά άλλες τέτοιες «διαχειριστικές διευκολύνσεις», μικρότερης ή μεγαλύτερης βαρύτητας.

Θα πρότεινα λοιπόν να δούμε τον εκδημοκρατισμό των υφιστάμενων κρατικών θεσμών με αυτόν τον τρόπο· εμπειρικά. Και σε καμιά περίπτωση βέβαια να μην τον αντιμετωπίσουμε σαν δημοκρατική πανάκεια. Οποιαδήποτε θεσμική βελτίωση μπορεί πολύ εύκολα να εκφυλιστεί, και να μετατραπεί ακόμα και στο αντίθετό της αν δεν πλαισιώνεται και δεν υποστηρίζεται από μια εκτός θεσμών πολιτική και κοινωνική δυναμική. Αλλά το ερώτημα ισχύει και από την ανάποδη: τι γίνεται όταν υπάρχει η δυναμική, αλλά δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι θεσμοί για να την εκφράσουν με τον καλύτερο τρόπο; Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των 1.350.000 υπογραφών για το έγκλημα των Τεμπών, που θα μπορούσαν να έχουν πολλαπλάσια πολιτική δυναμική αν δεν είχε μπει στο «ψυγείο» η συνταγματική πρόβλεψη για τη Λαϊκή Νομοθετική Πρωτοβουλία (βλ. Λυντέρης 2024).

Αφού όμως ήρθε ο λόγος στην εκτός θεσμών πολιτική και κοινωνική δυναμική ας περάσουμε στον δεύτερο πόλο της στρατηγικής: τους εναλλακτικούς θεσμούς κοινωνικής αυτοοργάνωσης. Δεν μιλώ για καταστάσεις που θα πρέπει να τις εφεύρουμε εγκεφαλικά με βάση τις θεωρητικές μας προτιμήσεις. Έχω κατά νου ένα ευρύτατο φάσμα θεσμών και διαδικασιών που αναδύονται κατά καιρούς, άλλοτε βραχύβιοι και άλλοτε περισσότερο μακρόβιοι. Στο ένα άκρο του φάσματος είναι (α) κινηματικές διαδικασίες και θεσμοί που προκύπτουν μέσα από οξυμένα κοινωνικά προβλήματα και τις πολιτικές συγκρούσεις που τα συνοδεύουν· στο άλλο άκρο είναι (β) πρωτοβουλίες εναλλακτικής διαχείρισης συλλογικών ή δημόσιων κοινών αγαθών, από μικρές ομάδες έως μεγάλα διεθνή δίκτυα, που συνήθως δεν συνδέονται με άμεσες πολιτικές συγκρούσεις (χωρίς αυτό να αποκλείεται τελείως), πολλές φορές μάλιστα αποφεύγουν τελείως την ευθεία πολιτικοποίησή τους.

Επειδή έχω ήδη εξαντλήσει τα περιθώρια της εισήγησης θα περιοριστώ στο α΄. Και θα σας καλέσω να θυμηθούμε τη λειτουργική κατάληψη της ΕΡΤ, που ήταν η κορυφαία εκδήλωση αυτής της λογικής, καθώς και την πρόταση των λειτουργικών καταλήψεων στα σχολεία και στα νοσοκομεία το καλοκαίρι του 2013 σε αντίθεση προς την κλασική απεργία (βλ. Ξυδιάς & Μπενετάτος 2013). Ή να ξαναθυμίσω αυτό που ανέφερα στην αρχή της εισήγησης, την αντίδραση του κόσμου στις πυρκαγιές της Εύβοιας το καλοκαίρι του 2021. Εξαφανίστηκε το κράτος και χάρη στην απουσία του αναγεννήθηκε εκ του μηδενός αυτός ο αυθόρμητος υβριδικός κοινοτισμός. Δεν ξέρω αν έχετε δει μια πολύ χαρακτηριστική φωτογραφία, που τα παιδιά είναι ενωμένα μεταξύ τους, και αντιμετωπίζουν την πυρκαγιά· και είναι λες και χορεύουν. Λες κι έχουν στήσει χορό, μέσα στον κίνδυνο (βλ. Ξυδιάς, 2021α). Αγνοήσανε το κράτος, αγνοήσανε την πολιτική τού «τρεχάτε να σωθείτε» και υπερασπίστηκαν τις περιουσίες τους – τις ατομικές ιδιοκτησίες τους! – κοινοτικά, συλλογικά.

Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε για πάρα πολλά θέματα. Σκέφτομαι ότι κινήματα που ενσάρκωσαν τον λαϊκό ριζοσπαστισμό του αντιμνημονίου, όπως το «Δεν πληρώνω!» ή η άρνηση πληρωμής του «Χαρατσιού» (μετέπειτα ΕΝΦΙΑ) θα είχαν ενδεχομένως αποδειχθεί μακροβιότερα, αν είχαν καταφέρει να μετεξελιχθούν ποιοτικά, παίρνοντας θετικό πρόσημο. Να αφήσουν πίσω τους το «δεν πληρώνω», και να περάσουν θετικά στο «θα πληρώσω!», θέτοντας όμως τους δικούς τους όρους: «θα πληρώσω όταν θα έχω και όσο πρέπει». Και θα έπρεπε να έχει συγκροτηθεί ένα δίκτυο τεχνικής υποστήριξης· ένα δίκτυο νομικών, λογιστών κλπ, που να στηρίξουν τους πολίτες που θα συμμετείχαν σε αυτό το «Δεν πληρώνω, Θα πληρώσω». Να καταθέσουν, για παράδειγμα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ένα ποσό έναντι· που σημαίνει ότι δεν αρνούμαι τη θέση μου, τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις μου ως πολίτης. Και όλο αυτό να έχει έναν θετικό ορίζοντα. Τα ίδια μπορούμε να πούμε για τους πλειστηριασμούς. Δεν έχω καμία αμφιβολία για το πόσο σπουδαία υπηρεσία έχει παράσχει το κίνημα εναντίον των πλειστηριασμών! Αλλά είδαμε δυστυχώς, ότι παρά τις μεγάλες επιτυχίες του η δυναμική του δεν μπορεί παρά να είναι φθίνουσα· όπως όλα τα κινήματα που επιμένουν στην αντίσταση. Θα έπρεπε, πάλι με την ίδια λογική, να υπάρχει μια λαϊκή συγκρότηση διεξόδου. Μια κίνηση που να πάρει χαρακτήρα fund. Να υπάρξουν «funds λαϊκά», που να διεκδικήσουν να μπουν στο παιχνίδι. Όχι όταν θα γίνει ο «σοσιαλισμός» ή θα ανατραπεί το πολιτικό σύστημα. Εδώ και τώρα! Και υπάρχουν και πολλά άλλα ζητήματα που θα μπορούσαμε να τα δούμε υπό το φως των παραπάνω: η ιδιωτικοποίηση του νερού και γενικά των δημόσιων υποδομών, η ακρίβεια στην ενέργεια, η διαρκής υποβάθμιση των νοσοκομείων και των σχολείων κλπ κλπ.

Και πριν κλείσω αυτόν τον κατάλογο ας σημειώσω ένα ακόμα ζήτημα που διαπερνά όλα τα προηγούμενα. Είναι το πώς μιλάμε· πώς συνεδριάζουμε, πώς συζητάμε, πώς συναποφασίζουμε, με τρόπο που να μπορούν οι πολλοί να εκφράζονται ελεύθερα χωρίς να καπελώνονται από τις ηγεσίες τους. Οφείλουμε να πειραματιστούμε με τους νέους τρόπους συλλογικής συζήτησης και συμμετοχικής συναπόφασης, όπως το λεγόμενο world-café ή άλλες παρεμφερείς μέθοδοι «art of hosting» και «participatory leadership» (βλ. Brown & Isaacs, 2021).

Από το αντιμνημόνιο στο μέλλον

Δεν ξέρω αν σας φαίνεται άτοπο που, παρά την αλλαγή εποχής, επιμένω στις εμπειρίες του αντιμνημονιακού αγώνα. Αυτό όμως δεν συμβαίνει τυχαία, αφού και οι δύο πόλοι της δημοκρατικής στρατηγικής που προσπαθώ να εκθέσω (τόσο ο εκδημοκρατισμός του συστήματος των υφιστάμενων πολιτικών θεσμών, όσο και η ανάδειξη νέων εναλλακτικών θεσμών κοινωνικής αυτοοργάνωσης) στην πραγματικότητα αντιστοιχούν στα δύο κεντρικά συνθήματα του κινήματος των Αγανακτισμένων το καλοκαίρι του 2011: το αίτημα για «πραγματική δημοκρατία» και το «παίρνουμε τη ζωή μας στα χέρια μας».

Και δεν είναι επίσης τυχαίο που τα δύο αυτά συνθήματα διατυπώθηκαν την κρίσιμη εκείνη στιγμή με τρόπο αυθόρμητο, πέρα από τη λογική όλων των κομμάτων του ελληνικού κοινοβουλίου, δεξιών και αριστερών. Αυτό δείχνει ότι το αντιμνημονιακό κίνημα, και ειδικά οι Αγανακτισμένοι της Πλατείας Συντάγματος, είχαν έναν πολιτικό, ιδεολογικό και ηθικό ορίζοντα που παρέπεμπε πέρα από την προάσπιση των τότε κεκτημένων, πολύ πέρα από την επιστροφή στα χρόνια της ευμάρειας και του εύκολου δανεισμού, πράγμα για το οποίο τόσο άδικα κατηγορήθηκαν. Είναι ο ορίζοντας της λαϊκής κυριαρχίας· που ξεκινά από τη διεκδίκηση των κλασικών πολιτικών δικαιωμάτων της αστικής δημοκρατίας (ελευθερία του λόγου, συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις που τους αφορούν), και φτάνει ακόμα πιο πέρα, στη ριζική πολιτική χειραφέτηση της κοινωνίας, στην πρόθεσή της να αναλάβει η ίδια συλλογικά την ευθύνη του εαυτού της (είτε σε επιμέρους ενεργοποιημένα τμήματά της, είτε στο σύνολό της). Μπορεί ο ορίζοντας αυτός να ήταν στα χρόνια του αντιμνημονίου ασαφής – όπως παραμένει άλλωστε ακόμα και τώρα – και τα συνθήματα να ήταν ανεπεξέργαστα και όχι καλά χωνεμένα. Και γι’ αυτό ξεχάστηκαν στην πορεία, ιδίως όταν τα επεσκίασε τεχνητά και τα καπέλωσε η «πρώτη φορά αριστερά», που κατάφερε να συρρικνώσει το κίνημα αυτό στα δικά της μέτρα. Παρ’ όλα αυτά τα δύο αυτά συνθήματα, στην ενότητά τους, διαθέτουν μια ιστορική δυναμική που δεν εξαντλείται στην ιδιαίτερη συνθήκη της εποχής του αντιμνημονίου, ούτε εξαρτάται από τους κατά περίπτωση πολιτικούς συσχετισμούς, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τις νίκες και τις ήττες. Είναι αιτήματα στρατηγικού χαρακτήρα, που ορίζουν τον σκοπό και το περιεχόμενο μιας ενδεχόμενης ανασύνταξης του λαϊκού ριζοσπαστισμού για όλη την ιστορική περίοδο που ξανοίγεται μπροστά μας.

Είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα, που θα απαιτούσε διεξοδική εξέταση, πολύ πιο εκτεταμένη και πιο βαθιά απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να συζητήσουμε εδώ. Πάντως το κλειδί σε όλες τις περιπτώσεις είναι ηθικού χαρακτήρα· είναι η συλλογική ανάληψη με θετικό τρόπο της ευθύνης για τη λειτουργία της κοινωνίας. Ενώ η κοινωνία έχει μάθει να διαμαρτύρεται μπλοκάροντας τις καταστάσεις, και ζητώντας πάντα μια λύση από το κράτος και τους ισχυρούς, οφείλει να αρχίσει να πειραματίζεται στην αντίστροφη κατεύθυνση: να γίνεται αυτή φορέας της λύσης. Ο συνδυασμός της αντιστασιακής λογικής με τη δημιουργική υπευθυνότητα είναι αυτός που θα κάνει τη διαφορά. Είναι αυτή ακριβώς η θετική ανάληψη της ευθύνης που μετατρέπει την αρχική αντιστασιακή δυναμική σε δυναμική κοινωνικής χειραφέτησης και λαϊκής κυριαρχίας· τελικώς σε δυναμική πολιτικής ελευθερίας (βλ. Ξυδιάς, 2021β). Δεν ξέρω αν η δική μας γενιά είναι πραγματικά σε θέση να μπει σε μια τέτοια λογική. Αν όχι, ας είναι η επίγνωση αυτής μας της αδυναμίας η κληρονομιά που θα αφήσουμε στους επόμενους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Brown, Juanita, & David Isaacs. 2021. Η μέθοδος World Café: Διαμορφώνοντας το μέλλον μέσα από ουσιαστικές συζητήσεις. Μτφρ. Ομάδα ‘The World Café – Hellas Project’. Εκδ. Αθ. Σταμούλης.

Crouch, Colin. 2006. Μεταδημοκρατία. Μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκολής. Εκδ. Εκκρεμές.

Matsusaka, John G. 2020. Let the People Rule: How Direct Democracy Can Meet the Populist Challenge. Princeton University Press.

Βουρλής, Πέτρος. 2016. «Δημοκρατία και δημοψηφίσματα πρωτοβουλίας πολιτών». TVXS, 28/03/2016. https://tvxs.gr/apopseis/arthra-gnomis/dimokratia-kai-dimopsifismata-protoboylias-politon/.

Δημοκρατία και Δημοψήφισμα. Ιστοσελίδα. https://greekdimo.wordpress.com/.

Δημοψηφίσματα Πρωτοβουλίας Πολιτών. Ιστοσελίδα. https://dimoppol.com/.

Καλτσώνης, Δημήτρης. 2016. Τι είναι το Κράτος; Τι δημοκρατία χρειαζόμαστε; Εκδ. Τόπος.

Καλτσώνης, Δημήτρης. 2021. «The End of Democracy?». Legal Form. 05.04.2021. https://legalform.blog/2021/04/05/the-end-of-democracy-dimitris-kaltsonis/.

Καλτσώνης, Δημήτρης. 2022. «Οδηγούμαστε σε μια σιδερόφρακτη δημοκρατία». Συνέντευξη στην ιστοσελίδα neakriti.gr, 26/06/2022. https://www.neakriti.gr/kriti/1666311_dimitris-kaltsonis-sto-neakritigr-odigoymaste-se-mia-siderofrakti-dimokratia.

Κοντογιώργης, Γιώργος. 2007. Η Δημοκρατία ως Ελευθερία: Δημοκρατία και Αντιπροσώπευση. Εκδ. Πατάκης.

Κοντογιώργης, Γιώργος. 2015. «Το δημοψήφισμα ως ο ‘φερετζές’ της Ολιγαρχίας». Απόσπασμα από τη διάλεξη με θέμα «Η κοσμοσυστημική γνωσιολογία και οι αρχαϊσμοί της νεώτερης επιστήμης. Για μια κοσμοσυστημική ανάγνωση της κοσμοϊστορίας και του μέλλοντος», Κύκλος διαλέξεων Άρδην, 3 Μαρτίου. LoMak’s Channel, YouTube, 20/03/2015. Video (6:59). https://www.youtube.com/watch?v=6kGfXtRh_os.

Κοντογιώργης, Γιώργος. 2019. «Ο ‘δημοσκοπικός δήμος’ – Η επιστροφή της κοινωνίας στην Πολιτική». SLpress, 30/11/2019. https://slpress.gr/idees/o-quot-dimoskopikos-dimos-quot-i-epistrofi-tis-koinonias-stin-politiki/.

Λυντέρης, Χρήστος. 2016. «Νέο Σύνταγμα από τον Λαό – Όχι αναθεώρηση». Συνέντευξη στον Β. Ξυδιά. Δρόμος της Αριστεράς 317, 25/06/2016. Βλ. και ιστοσελίδα Δρόμου της Αριστεράς, 28/06/2016. https://edromos.gr/lynterhs-nea-syntagma-apo-ton-lao/.

Λυντέρης, Χρήστος. 2022. «Νομοθετική Πρωτοβουλία Πολιτών: Γιατί αδιαφορούν τα κόμματα στην Ελλάδα;». Φίλοι της Δημοκρατίας, 27/05/2022. https://ftd.gr/2022/05/27/nomothetiki-protovoulia-politon-giati-adiaforoun-kommata-stin-ellada/.

Λυντέρης, Χρήστος. 2024. «Οι υπογραφές για το Έγκλημα των Τεμπών και η Νομοθετική Πρωτοβουλία Πολιτών». Κοσμοδρόμιο, 13/03/2024. https://kosmodromio.gr/2024/03/13/οι-υπογραφές-για-το-έγκλημα-των-τεμπών/.

Λυντέρης, Χρήστος, & Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη. 2022. «Περιφρόνηση και έμμεση παραβίαση του Συντάγματος η μη-εφαρμογή της Νομοθετικής Πρωτοβουλίας Πολιτών». Φίλοι της Δημοκρατίας, 09/12/2022. Video (52:47). https://ftd.gr/2022/12/09/perifronisi-kai-emmesi-paraviasi-tou-syntagmatos-christos-lynteris-video/.

Λυντέρης, Χρήστος, & Σταμάτης Στεφανάκος. 2020. «Νομοσχέδια Πρωτοβουλίας Πολιτών, Δημοψηφίσματα, Τοπικά Δημοψηφίσματα: Ποιες θεσμικές δυνατότητες λαϊκής συμμετοχής υπάρχουν διεθνώς και στην Ελλάδα». Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή, YouTube. Video (1:00:06). https://www.youtube.com/watch?v=G4kynK1uWRc.

Ξυδιάς, Βασίλης. 2013. «Ώριμο αίτημα η αλλαγή του καταστατικού χάρτη της χώρας». Δρόμος της Αριστεράς 165, 11/05/2013. Βλ. και ιστοσελίδα Δρόμου της Αριστεράς, 13/05/2013. https://edromos.gr/orimo-aitima-i-allagi-toy-katastatiko/.

Ξυδιάς, Βασίλης. 2014. «Νέα μεταπολίτευση σημαίνει Νέο Σύνταγμα από τον λαό». Δρόμος της Αριστεράς 213, 10/05/2014. Βλ. και ιστοσελίδα Δρόμου της Αριστεράς, 13/05/2014. https://edromos.gr/analamvanoyme-tin-eythyni/.

Ξυδιάς, Βασίλης. 2017. «Ιδιωτικοί Παράδεισοι και πολύ τους πάει: Η ριζοσπαστική ουτοπία του σύγχρονου ατομισμού». Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών 1, Νοέμβριος, σελ. 12. Βλ. και Αντίφωνο, 29/07/2013. https://antifono.gr/idiotikoi-paradeisoi-kai-poly-tous-pa/.

Ξυδιάς, Βασίλης. 2021α. «Οι πυρκαγιές άναψαν τη σπίθα του κοινοτισμού». Ιστοσελίδα Δρόμου της Αριστεράς, 17/08/2021. https://edromos.gr/oi-pyrkagies-anapsan-ti-spitha-tou-koinotismou/.

Ξυδιάς, Βασίλης. 2021β. «Πολιτική ανυπακοή: ο ελλείπων κρίκος». Κοσμοδρόμιο, 27/08/2021. https://kosmodromio.gr/2021/08/27/politikh-anupakoh-o-elleipwn-krikos/.

Ξυδιάς, Βασίλης, & Σπύρος Μπενετάτος. 2013. «Αναλαμβάνουμε την ευθύνη». Δρόμος της Αριστεράς 175, 27/07/2013. Βλ. και ιστοσελίδα Δρόμου της Αριστεράς, 29/07/2013. https://edromos.gr/analamvanoyme-tin-eythyni/.

Φίλοι της Δημοκρατίας. Ιστοσελίδα. https://ftd.gr/.

Βασίλης Ξυδιᾶς
xbasil@sch.gr
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο